Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

(2/2) "Θέλεις να σ' επιδείξω?" Αυτή είναι η κύρια και διαρκής ερώτηση, με την απάντηση συνήθως καταφατική. "Καμμία δεν μπορεί να αντισταθεί στο φακό", έτσι μου είχε πει ένας φίλος φωτογράφος, συμπατριώτης από τη γενέτειρα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, έπρεπε να κάνει μια εργασία με κάτι πορτρέτα θυμάμαι, ναι του είχα πει κι εγώ, δεν ενέχει σεξισμό το θέμα σκέφτομαι πια, μου το είχε ζητήσει κι αλήθεια δεν ειχα βρει λόγο να του πω όχι, με είχε βγάλει κάποιες φωτογραφίες, με φιλμ και αρνητικά, ασπρόμαυρο θυμάμαι έπρεπε να δουλέψει ή κάτι άλλο πιο περίεργο, όταν κάποια στιγμή μετά μου τις έδειξε δε μου είχα(ν) αρέσει, το χρώμα τους έπαιζε μεταξύ μαύρου άσπρου κίτρινου και υποκόκκινου, υπάρχει άραγε κάτι τέτοιο?, "Όλες λατρεύουν να είναι το αντικείμενο του φακού", επέμενε κι έλεγε σε κείνη τη φωτογράφηση καθώς μιλούσαμε για γυναίκες και για μια πιο συγκεκριμένα, του άρεσε πολύ, κι αν δεν την είχε φωτογραφήσει ήδη είμαι σίγουρος πως θα το κατάφερνε, εγώ είχα ήδη την ιστορία μου μαζί της, δεν απάντησα κάτι, συμφώνησα σιωπηρά, αν και μέσα μου ήλπιζα να κάνει λάθος, ήμουν τουλάχιστον βέβαιος ότι υπερβάλλει, πόσο δύσκολο είναι τελικά για μια γυναίκα να διαγνώσει ότι το να "δει το πουλάκι" είναι τόσο βγαλμένο από κάμερες όσο κι από παντελόνια?, καταραμένη ματαιοδοξία, είναι υπέροχο να είσαι το αντικείμενο του πόθου ή να πλανάσαι ότι είσαι, είναι όντως υπέροχο, συμφωνώ, κι άντε να αρνηθείς ότι μπορεί και να εξασφαλίζεις εισιτήριο στην αθανασία, "βγάλε, βγάλε με κι άλλη μία", "ναι, ναι, και τώρα το κεφάλι σου έτσι πίσω, ρίξε τα μαλλάκια κάπως πιο..., το χέρι έτσι λίγο, ναι, ναι, έτσι, τέλεια"..

Δε θυμάμαι τί ώρα ήταν, άρχιζε πάντως να είναι αργά, είχαμε αράξει όλοι στο σαλόνι-επέκταση του δωματίου της Ηλέκτρας, είχα βγάλει και το κομμάτι ξύλου εν είδει πόρτας το οποίο δεν πήρε ποτέ μεντεσέδες και χερούλι, είχα κάνει τόσο ακριβή δουλειά με τη μέτρηση των διαστάσεων, που όταν το τοποθέτησα μπήκε με τη γλυκειά πίεση της ολοκλήρωσης ενός παζλ, έδινε και την ψευδαίσθηση τοίχου, κι η Ηλέκτρα το αγάπησε, βγαλμένη κι η πόρτα λοιπόν, ο χώρος μας έδειχνε πραγματικά σαν κανονικό σπίτι, καθισμένοι στο σαλόνι εγώ, η Ηλέκτρα κι η Κumiko, όπου να 'ναι έφταναν κι οι άλλοι, ένταση μεταξύ τους και κουβέντες χαζές, τεταμένες, η δικιά μας δεν είχε δίκιο, έπασχε από το σύνδρομο "μου έχεις περάσει και θέλω να εξαφανιστείς", κάθισε κι η Kumiko σε μια γωνιά στο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει, κουδούνι, σταματάει προς στιγμήν κι ο θρήνος, μπαίνουν η Στερλίνα με το Xavier, έφεραν και μπύρες, πίναμε κι αρχίσαμε να υπάρχουμε σαν παρέα, αλλά τα αγγλικά που τα είχαμε όλοι σα γλώσσα και που έπρεπε να μιλιούνται καθώς η Kumiko δεν τα 'ξερε τα φραντσέζικα, μόνος μου τα πάλεψα λίγο, αλλά δεν κράτησε, την είπε κι η Κumiko στην Ηλέκτρα που με τη σειρά της έσταξε φαρμάκι, έφυγε και ξανάρχισε να κλαίει στο χωρίς πόρτα δωμάτιό μου, στο πάτωμα κάτω από το παράθυρο, δεν είχαμε οπτική επαφή, αλλά το κλάμα έγινε γοερό, ηχηρά παρόν, δε χωρούσε ουδεμία αμφιβολία για το τί συνέβαινε δίπλα ενώ η καλλιτεχνική συζήτηση μαινόταν, τρέλλα, και με τί project ασχολείσαι?. και για πες μας τι έχεις κάνει μέχρι τώρα?, α ναι, τις έχεις εδώ?, για δείξε μας, σιωπηρή συμφωνία να αγνοούνται οι λυγμοί, "βοήθεια, βοήθεια" φώναζε άηχα κάποιος, κι εγώ?, ήχοι μιας καρδιάς που έσπαγε, πήγε η Στερλίνα τελικά, έδωσε λίγη προσοχή και συμβουλές, να 'ναι καλά, ο Xavier άνοιξε το σακίδιο κι άρχισε να βγάζει τα φώτα του, έυκαμπτοι πλαστικοί διάφανοι σωλήνες με μικρά λαμπάκια μέσα τους, τρεις διαφορετικοί, τρία διαφορετικά χρώματα τα λαμπάκια, μωβ, πράσινο και κόκκινο, τα έβαζε ο φωτογραφούμενος πάνω του, τα τύλιγε και τα κουνούσε, το εφέ στις φωτογραφίες που μας είχε δείξει φαινόταν ωραίο, ο προηγούμενος που είχε δεχτεί να φωτογραφηθεί ήταν ένας τύπος, πού τον είχε βρει?. δεν μπορείς να έχεις κι επιλογές αν δεν έχεις budget, τα ΄παμε, ο οποίος είχε φετίχ με spandex, με κολλητές στολές υπερ-ηρώων, είδαμε έναν kinky spiderman, έναν kinky flash, τυλιγμένους στα χρωματιστά φώτα του Μεξικάνου, φωτογραφίες ενός καραφλού τύπου που σα να διαφήμιζε πάρτυ S&M - ελάτε να κάνουμε όλον τον κόσμο πνιγηρά κολλητό και κολλώδη και σφίξατε πιο πολύ σας παρακαλώ, μου δίνετε και μια με το μαστίγιο? - , έπαψε κι η Kumiko μετά τη Στερλίνα, το πήρε τελικά απόφαση να φύγει, με αξιοπρέπεια μάζεψε τα πράγματα και τα δάκρυα με το μανίκι, θα πήγαινε σε μια από τις κοπέλες που πίναμε μαζί εκείνες τις ελαφρύτατες μαργαρίτες, έφευγε και δεν ήξερα τί να πω, μείνε. αντίο, τα λέμε, είπα ένα γεια, ανάσανε μετά το γδούπο της εξώπορτας η συνωμοτικά απάνθρωπη ομάδα, που ανεμπόδιστα πλέον ασχολείται με την τέχνη, με το Χαβιέ και τους εαυτούς της, ξεδιπλώθηκαν τα καλώδια, έγιναν οι επιλογές βάσει προτιμήσεων, πρώτα τα κορίτσια, σε μένα έμεινε το μωβ, αυτό ήθελα ούτως η άλλως, μια αγάπη είχε πεθάνει, ταιριαστό, ήρθε μετά από ώρα κι η σειρά μου, με ρώτησε αν έχω costume, του είπα ότι έχω ένα κανονικό, απ' αυτά που φοράει ο κόσμος για δουλειά ή για κάτι κοινωνικά επίσημο, όχι υπέρ-ήρωα, γούσταρε, πήγα το φόρεσα, στο σαλόνι με ήθελε, του είπα όχι και αντιπρότεινα την τουαλέττα, όχι στο μπάνιο με μπανιέρα, νιπτήρα και μπιντέ, στο άλλο χωριστό δωματιάκι με τη λεκάνη μόνο, ξεκάθαρα πράματα, σ' αυτό το ταγμένο στην κατάποση των ακαθαρσιών, εκεί του είπα, του άρεσε πολύ η ιδέα., κάθισα στη λεκάνη, φόρεσα τα φώτα μου, μου έφεραν κι ένα τσιγάρο "τύπου μπάφος" που έλεγε κι ο Πάνος Σόμπολος, μεγαλοπρεπές, μεγαλύτερη αντίθεση έτσι μου είπε, really? σκέφτηκα. άρχισε να απαθανατίζει, έλα να το κάνουμε πιο σωστά μου είπε, αποκλείσαμε τις κοπέλες που έρχονταν και έριχναν καμιά ματιά, καθώς σκέφτηκα πως είχε δίκιο, κατέβασα παντελόνι και σώβρακο, ή το κάνουμε σωστά ή δεν το κάνουμε, πέος και όρχεις να κρέμονται εκεί κάτω, όπως και συνήθως συμβαίνει δηλαδή, καθημερινώς, τώρα φώτα να κουνιούνται, να τα κουνάω για το εφέ, κοστούμι-τσιγάρο-γεννητικά όργανα στο σκότος (ήλπιζα) και κλικ πολλά, άπειρα, ποιος ξέρει?, κάτι καλό μπορεί να βγει, για το project ρε γαμώτο...

Είχα γδυθεί του επισήμου κι είχα ντυθεί τα πρόχειρά μου, έκλεισα και την ξύλινη φλούδα πόρτας - τοίχου, γιατί μέσα η κατάσταση σοβάρευε, η προσπάθεια του φωτογράφου να πείσει τα κορίτσια να τολμήσουν κάτι πιο σέξυ, πιο γυμνό είχε ενταθεί, ήξερα, άκουσα?, ότι χρησιμοποίησε το δικό μου κατέβασμα του παντελονιού στη λεκάνη για να προκαλέσει παρόμοιες αντιδράσεις, "αφήστε με να σας τραβήξω φωτογραφίες που θα προκαλούν τον κόσμο να τραβήξει κάτι άλλο, κι εμένα τον ίδιο πρωτίστως", σαν να διάβαζα τη σκέψη του καλλιτέχνη, πολλή προσπάθεια, πολλή κουβέντα, στο αποκομμένο από το δωμάτιό μου σαλόνι, δεν ευοδόθηκε όμως, δεν ενέδωσαν τα κορίτσια μας, ούτε ξέρω πόσο κοντά έφτασαν, άντε μέχρι μπλούζα, να φαίνεται ο στηθοδεσμάκος και λίγη παραπάνω σάρκα, χάρηκα πάντως, θέλουν κι άλλο τα κορμιά σου να γίνουν γυμνά, μικροσκοπικέ Μεξικάνε, με κάλεσαν μετά κι επίσημα μέσα, είπαμε τα γεια μας, ήπιαμε τις καληνύχτες μας, μου είπε η Στερλίνα να τη συνοδεύσω μέχρι τη στάση του noctilien, ο Xavier είχε βρει να κάνει couch-surfing σε άλλο σπίτι, κερδισμένος έφευγε απλά όχι με το τρόπαιο που αληθινά επιθυμούσε, θέλεις να δεις έτσι λίγο τις φωτογραφίες σου?, με ρώτησε, όχι, του απάντησα, όταν τις δεις και θεωρήσεις ότι αξίζει κάποια τον κόπο, στείλε στο mail μου, το έχει η Στερλίνα, εντάξει μου είπε, πάνε μήνες μέχρι σήμερα και δεν πήρα ποτέ κάτι, βγήκαμε από το διαμέρισμα, στην πόρτα του ασανσέρ του δεκάτου ορόφου που περιμέναμε καρτερικά την αργή άφιξη, έβγαλε από την τσέπη του ένα κλειδί, χάραξε έξι γράμματα, κεφαλαία, στα μεξικάνικα μας είπε σήμαινε "γαμώ-πολύ καλή φάση", κάτι τέτοιο, έκλεισε η πόρτα παίρνοντάς μας κάτω, κι ακόμα το ένα μεταλλικό της φύλλο στο δέκατο έχει χαραγμένο παιδιάστικα, καταστροφικά ανεξίτηλα μια ολόκληρη μέρα, μια νύχτα και μια φιλοσοφία ζωής : AHUEVO .





Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Ahuevo (1/2)


Couch Surfing..Δεν είχα ιδέα τι σημαίνει, περί τίνος πρόκειται, λογικό, αφού αγνοούσα την ύπαρξή του, λίγο μετά νόμιζα ότι αυτοί που το κάνουν λέγονται couch crashers, μικρή διαφορά ίσως, το ίδιο πράμα, είναι λοιπόν ομάδα στο διαδίκτυο από ανθρώπους που ταξιδεύουν από οπουδήποτε και στον εκάστοτε προορισμό τους θέλουν να φιλοξενηθούν στον καναπέ κάποιου κι άλλοι οι οποίοι έχουν δηλώσει πρόθυμοι να αναλάβουν τη φιλοξενία, η οποία πρσφέρει στον Καλό Σαμαρίτη την ευκαιρία να βάλει σπίτι του για λίγες μέρες, άλλες φάτσες άλλες γλώσσες κι άλλες νοοτροπίες, η επιλογή αποδοχής είναι στο χέρι του καναπούχου, χωρίς να αποκλείουμε βεβαίως και τη δυνατότητα ενός φλερτ, κάτι πικάντικου, κάνω την καλή μου πράξη αλλά ποτέ δεν ξέρεις, ο δαίμων της σάρκας παραμονεύει, έχω μια φίλη λοιπόν, τη Στερλίνα, μέλος, που δέχεται, ή δεχόταν, έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά, κόσμο, εγώ γνώρισα τρεις άντρες, τρία αρσενικά τέλος πάντων, που φιλοξενήθηκαν, ο πρώτος ήταν από το Ώστιν του Τέξας, ταινία ήθελε να κάνει, low budget, μου έδειξε και ένα videoclip που είχε κάνει για μια θεατρική/χορευτική ομάδα στη Νέα Υόρκη, έπαιζε με το slow motion, πολύ καλό ομολογουμένως, τουλάχιστον σαν εκτίμηση αδαούς αυτό έχω να πω, την πρωταγωνίστρια της ταινίας που θα έκανε την είχε βρει, μια Γαλλίδα, αλλά εντωμεταξύ είχε γνωρίσει μια άλλη, κι οι δυο από θεατρικές σχολές, πεθαίνουν μου είπε να γίνουν πρωταγωνίστριες, κι ήταν διχασμένος και δεν ήξερε τι να κάνει, μάλλον θα έπρεπε να κάνει σεξ και με την άλλη φαντάζομαι, ο δεύτερος ήταν ένας Ιταλός φωτογράφος, δε θυμάμαι πόλη, η Στερλίνα και η Ηλέκτρα τον έβαλαν να τις βγάζει φωτογραφίες, κυρίως η Ηλέκτρα, που έπρεπε εκείνη την περίοδο να ετοιμάσει το cv/dossier της και τις ήθελε πιο επαγγελματικές, κι ο τρίτος ήταν ένας Μεξικάνος φωτογράφος, ο οποίος μένει πιο νότια, στη Λυών, κι ο οποίος ήθελε μοντέλα, γυναίκες κατά προτίμηση, αλλά και τι να κάνει, χωρίς πληρωμή δεν τίθεται και θέμα επιλογής, μιας μικρής διαλογής ίσως, και μας έχει ενημερώσει επ' αυτού η Στερλίνα, εγώ συγκατοικώ με την Ηλέκτρα εκείνη την περίοδο, κι έχουμε πει από το μεσημέρι, ότι το βράδυ, Σάββατο, θα ερχόταν στο σπίτι μας, μαζί με το Μεξικάνο κάτοικο Λυών couch surfer της, Xavier το όνομά του, το θυμήθηκα, για να μας πει το project του και να μας βγάλει φωτογραφίες, ας έρθει το παλικάρι, κρασί είχαμε, όλα cool κι όλα για την τέχνη......

Η Ηλέκτρα έχει αρκετές φίλες λεσβίες, gay δηλαδή, μια άλλη κολλητή της μολονότι μια ζωή straight, είχε κάνει πρόσφατα σχέση με γυναίκα και κανείς δεν το περίμενε, κι αυτή μόλις είχε βγει από μια ταραχώδη σχέση με ένα Γάλλο, μαύρο, όταν το είχε εκμυστηρευτεί στη μάνα της λίγο να πάθει συγκοπή από την ταραχή της, αξεπέραστη η ντροπή μάλλον (μάνα ελληνικής κωμόπολης γαρ), τέλειωσαν όλα όμως όταν ο θυμωμένος Αφρικανός τη αρχική προελεύσει, όπως όλοι μας καθώς είδα σε ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ για το DNA μας και τη μείξη των ανθρωπίνων ειδών κατά την εξέλιξή μας, πέρασε το κεφάλι της Ηλέκτρας μέσα από ένα παράθυρο, θρυμματίζοντας με αυτό το τζάμι, στο νοσοκομείο που έτρεχε την επομένη δεν ήξερε τι δικαιολογία να πει για το γυαλί που πήγε να αφαιρέσει από το αιμορραγούν αυτί της, πώς είχε βρεθεί γυαλί εκεί?, ποτέ δεν κάλεσε τους μπάτσους το αλάνι μας, είπε μια βλακεία ότι έπεσε με το ποδήλατο κι έσπασε ο καθρέφτης, λεσβίες λοιπόν στις παρέες της, κατέβηκε Αθήνα για Χριστούγεννα, ε βγήκανε, ε ήπιανε, γύρισε πίσω με σχέση, με την Kumiko, ένα κοριτσάκι 22 χρόνων από την Κρήτη, αλλά κάτοικος Αθηνών για ζωή, δουλειά και επιλογές, καταλαβαίνεις, και δηλώνει κι ερωτευμένη, με τα τηλέφωνα αυτά τα πολύωρα και μέχρι πρωίας, κι όποιος λέει once you go black you can never go back έχω να του πω ότι, φίλε, εμένα η συγκάτοικός μου τα είχε με έναν μαύρο και μετά έγινε λεσβία, κι έχουν αρχίσει τα ταξίδια της Kumiko στην πόλη του φωτός, ω κι αγαπιούνται τέλεια, για λίγο, για λίγες μέρες, και μετά ξανά τηλέφωνα, λιγότερα, άντε και λίγοι εκνευρισμοί και φωνές, φώναζε η δικιά μας για καταπάτηση ελευθερίας και καταπίεση, ελεύθερο πνεύμα ατίθασο, τελευταία φορά που η Κumiko ήταν εδώ είχαμε βγει για μαργαρίτες, ελαφρύτατες ευρωπαϊκές - δεν την άκουσα ποτέ, ήταν το ζεύγος, μια άλλη ελληνίδα λεσβία, μία άλλη straight?, κι εγώ, κι από κείνο το μαργαριτομάγαζο άρχισε το σύννεφο να φέρνει βροχή, Ηλέκτρα και Κumiko σε εκνευρισμό και αντισφαίριση κακιών, η σχέση είχε τελειώσει για την Ηλέκτρα, απλά η Κumiko δεν το ήξερε ακόμη, φύγαμε μουδιασμένοι, Σάββατο ήταν, εγώ και το ζεύγος έπρεπε να πάμε σπίτι, τσιμουδιά στο δρόμο, θα ερχόταν η Στερλίνα με έναν Μεξικάνο φωτογράφο να μας βγάλει φωτογραφίες υποτίθεται......

(to be concluded)





Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015


(κι όμως εκείνο το χαμένο το βρήκα, το είχε κρατήσει, οπότε ορίστε, δεν το πειράζω ντιπ)
Κι είχα πολύ καιρό να μπω εδώ, να το ταΐσω...και δεν είναι σωστό...το σκέφτηκα..αφού εγώ το γέννησα κι ενώ θα έπρεπε να είναι ζωντανό, το κατάντησα απέθαντο, εκεί, καταδικασμένο στο λίγο του, να τρέφεται απ'τις σάρκες του..κι όμως...ό,τι γεννήθηκε, το πήρα για να το πάω αλλού..και το ψιλοκανακεύω και το ταΐζω λίγα ψίχουλα, και το χω βάλει σε χαρτί και σε οθόνες, και του μεγάλωσα την ομάδα του, κι είναι πιο ωραία...ευτυχώς...στο κεφάλι μου, δυστυχώς. ακόμα τα περισσότερα κομμάτια του... δεν πρέπει να λέω δεν πειράζει....με πειράζει...αλλά έχω κι εκεινη την αισιοδοξία του ηλιθίου : ο χρόνος είναι όλος δικός μου...

Κι ότε που νιώθω βλάξ, λυσσάω να εξυπνήσω...

Ειναι Σάββατο, κι εγώ δουλεύω, εκτάκτως, και γυρνάω σπίτι πτώμα...πτώμα...και δεν τρέχει και μία όμως, όλα μια χαρά, σπιτάκι, φαγητάκι, αραγματάκι, κι ετοιμάζω μυαλό και κορμί γιατί δεν μπορώ να το παρακάνω, δουλεύω και την επομένη...Κυριακή...μάλιστα...κι όλα καλά και πάλι, εκτάκτως και το αυριανό, άλλοι δεν έχουνε ούτε ρεπό, ποτέ, αν έχουν δουλειά, πάει και μακριά η βαλίτσα με τους λόγους αποφυγής παραπόνων, κι έτσι πρέπει δηλαδή, "μην είσαι φλώρος", με συλλαμβάνω να μου το λέω, στο κεφάλι μου, κανονικά, μικρή επίπληξη, με σηκωμένα τα φρύδια στο μέρος που είναι πιο κοντά το να με τ'αλλο, την έκφραση την πήρα κανονικά, και κλειστά μάτια, αφού το λέω σε μένα, δε χρειάζεται να με κοιτάω, είναι και ντροπής πράματα να μιλάς στον εαυτό σου, σκέτη τρέλλα, δεν είναι? κρύφτηκα πίσω από το μπεζ σκοτάδι των βλεφάρων μου, ξαναβγαίνω όμως, χαιρετάω τη συγκάτοικο που βγαίνει βόλτα, ναι, θα το πάρει αυτή το μοναδικό κλειδί, του διαμερίσματος που μοιραζόμαστε λουτρό, κουζίνα και τουαλέτα, δωμάτια δικά μας, δε θα αργήσει πολύ ούτως ή άλλως, να πάει στο καλό και να γυρίσει όποτε γουστάρει, της λέω, αρκετές φορές κοιμόταν εκεί που θα πήγαινε και τώρα, δεν έτρεχε μία, τουναντίον, πάω κι εγώ και την πεφτω, στα σκοτάδια μου, κουκουλωμένος, βάζω και κάτι δίχως απαιτήσεις στον υπολογιστή, περνάει λίγη, ώρα, σηκώνομαι να πάω για το τελευταίο καζανάκι της βραδιάς, τσεκαρω μία και την εξώπορτα που είναι δίπλα αριστερά μου όταν βγαίνω από το w.c., κλειδωμένη...κλειδωμένη? δε γίνεται..τραβάω το χερούλι δυνατά, αλλά κυρίως ηλίθια, προπαντός αυτό, προς το μέρος μου, σα να περίμενα ως εκ θαύματος,να ανοίξει, ναι, ω τι καλά, δεν ήταν αυτό που νόμιζα αγάπη μου...πάν' αυτά...δεν ανοίγονται οι πόρτες έτσι κι ειδικά ετούτη η γαλλικιά...η υπέρ ασφαλείας...η κλειδαριά δηλαδή, γιατί το διαμέρισμα και η εικοσιοκταώροφη πολυκατοικία του, δεν έχουν τέτοιες πολυτέλειες, άτιμε Λεκορμπουζιέ, κτήριο του ατσαλιού και του μπετόν, γκρίζο ήταν και στα νειάτα του, είμαι σίγουρος, τώρα είναι γέρικο και βρώμικο, επιπλέον, ξενοδοχειακά κουτένια τα σπλάχνα του, κι η μυρωδιά του: δικές μας, ανθρωπινές, που πέθαναν και πεθαίνουν εκεί μέσα και ποτίζουν τα δάπεδα και τους τοίχους, έχουμε όμως μια θέα, θεϊκή, άντε τουλάχιστον αγγελική, είμαστε στο δέκατο, διαμέρισμα 159, κι η πόρτα δεν ανοίγει, δεν ανοίγει, δεν ανοίγει μη γαμήσω...


Ένα κλειδί της έδωσε ο





Ντροπή

Ε ναι...το άφησα τόσο τούτο 'δω, κι ένιωσα συναισθηματικά να αποκολλώμαι, δεν το διάβαζα, δεν το κοίταζα πια καν, ντρεπόμουνα, αλλά ας το πάρουμε λίγο από την αρχή, την όποια...ο φίλος μου ο Γιώργος είχε δυο-τρία blogs, έγραφε, έπαιζε μουσική, εκφραζόταν, κι ήταν αυτός που με παρακινούσε να φτιάξω κι εγώ ένα, να τα λέω, κι αυτός ήταν βέβαια που μου το έφτιαξε, γιατί το να απαντάω σε κάποιες ερωτήσεις προτίμησης δε μετράει θαρρώ, λίγο καιρό αργότερα καθώς η τεμπελιά κι η φαντασίωση απείρου κόπου και τρομερής τεχνογνωσίας είχαν συμβάλλει σε ένα ακόμα τίποτα, κι έγινε τούτο δω το μπλογκ, που όταν το ονοματίζω έτσι με ελληνικά μου φέρνει στο νου ένα ποτό, πράσινο, πηχτό, δυνατό πολύ, στα όρια μεταξύ οξέος και αηδίας, θέλω να το πιω όμως, συνελήφθη για να το πω πιο ακριβώς, γιατί δεν είχε τίποτα μέσα του, μέχρι που μήνες μετά, θέλω να πιστεύω λιγότερους από εννέα, ναι, λιγότερους από εννέα, στο γραφείο ήμουνα, απόγευμα, και διαβάζω ένα από αυτά τα πολλά αποσπάσματα σοφίας, αποστάγματα αλήθειας, που αναρτώνται αρκετά συχνά "αν δεν νιώθεις να γράψεις... δεν είσαι συγγραφέας αν δεν...." κάτι τέτοιο τέλοσπάντων το οποίο κέντρισε ένα νεύρο και πρωτογεννήθηκε ο Βαγγάν..,,Μετά μου άρεσα και μετά με ψιλοσιχάθηκα...όλα μες στο πρόγραμμα είναι ίσως...ξανάμαι εδώ για απολογία, γιατί το προσπάθησα πάλι πριν τρεις μήνες, αλλά ήμουν λίγο μεθυσμένος κι έπεσα για ύπνο, κι όταν ξύπνησα κάτι πάτησα και τα έχασα, κάτι εν πλήρη συνειδήσει έσβησε κάτι ασυνείδητο, δεν έχει σημασία, συγνώμη λοιπόν, γιατί τούτο΄δω σαν παιδάκι μου ήρθε και το καταδίκασα σε ατροφία ενώ είχα να του δώσω, το μυστικό ήταν στην αλλαγή της τροφής..γι' αυτό λοιπόν τώρα θα ΄ναι πιο ημερολογιακό και μακάρι να ήξερα και τί άλλο...

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013



Υβέτ και Βίκτωρ



- Καλημέρα..Δεν είμαι πολύ καλός στα λόγια, να το ξέρεις..Αυτό που νοιώθω όμως δε θέλει πολλές λέξεις για να ειπωθεί… Σ’ αγαπάω..Σ’ αγάπησα απ΄την πρώτη στιγμή που σε είδα..Για περίπατο είχες πάει με τη μάνα σου.. Πρωί Κυριακής, με τα καλά σου κι εκείνη την ομπρέλα για τον ήλιο..Είδα το πρόσωπο εκείνο που μια ζωή περίμενα να δω, με βλέμμα χαμηλό, απερίσπαστο. Καθώς πέρασα από δίπλα σου, αργά, έκανα μεταστροφή κι έμεινα να σε κοιτάζω να απομακρύνεσαι..Ακούνητος..Μέχρι που ο φόβος μη σε χάσει το βλέμμα μου κούνησε τα πόδια μου γρήγορα, φτερωτά.. Κι ήρθα σε μια απόσταση ασφαλείας..Και την κράτησα..Μέχρι που γύρισες μετά από λίγο σπίτι σου..Κι από τότε σε βλέπω συνέχεια..Και δεν αντέχω όταν δε σε βλέπω..Πονάει η καρδιά μου..Κι όταν σε βλέπω, σφίγγεται, μη νομίζεις.. Και τώρα νοιώθω πως είμαι να πέσω να πεθάνω..Κι ας είμαι στρατιωτικός κι έχω δει και μάχες και το καθήκον μου πάντα το’ κανα μ’ ανδρεία και μ’ αλήθεια.. Τώρα είμαι ανήμπορος. Ήρθα να σου πω πως θέλω να σε κάνω γυναίκα μου και ξέρω πως δε θα μ’ αρνηθείς. Γιατί εσύ είσαι πια το μόνο για το οποίο θα πεθάνω σ’ αυτή τη ζωή. Πάω να βρω τον πατέρα σου να του τα πω. Σκέψου το κι εσύ καλά, πάρε όλη τη βδομάδα. Να ρωτήσεις. Να μάθεις.. Βίκτωρας Κοζάκος είναι τ΄όνομά μου.Αν δε με θες, πες το στον πατέρα σου, να μου το πει αυτός, γιατί αν δε με θες, δε θα τ’ αντέξω να τ’ ακούσω από σένα. Καλύτερα από κείνον..Κοίτα με τώρα στα μάτια χωρίς να μιλάει κανείς..Τι βλέπεις?

Μόλις το νερό έβρασε, έκανε την απαραίτητη μεταφορά, έκλεισε το φως στην κουζίνα, διέσχισε το σαλόνι, το φως του δρόμου που έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο έδειχνε το περίγραμμα των πραγμάτων όλων, πόσο φως χρειάζεσαι άραγε για να περπατήσεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι?, τα βήματά σου πάνε μόνα τους, τα δικά της ντυμένα με παντόφλες τα έσερνε στο ξύλινο πάτωμα με τον αντίστοιχο ήχο, σίγουρα οι από κάτω δεν είχαν πρόβλημα μ' αυτό, δεν ήταν δα κι η ώρα περασμένη, ωράρια τρίτης ηλικίας, ξεκλείδωσε την πόρτα από την αποθηκούλα, μικρό το παράθυρο εκεί, ελάχιστο το φως, άλλη η πηγή του, δεν άπλωσε το χέρι όμως σε διακόπτη, πλησίασε το τζάμι με τη μεγάλη ντουλάπα δίπλα, στάθηκε, αναστέναξε, είπε μια καληνύχτα, βγήκε απαλά, έκλεισε κατά τον ίδιο τρόπο, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, έβγαλε τη ρόμπα της, την κρέμασε, διπλό το μεγάλο ξύλινο κρεβάτι, κάθισε πάνω του, παλιά τα ελατήρια που μουρμούριζαν, στη μεριά της, τη δική της μεριά, αυτό δεν άλλαξε ποτέ, σήκωσε τα σκεπάσματα, έβαλε τη θερμοφόρα που κουβαλούσε τόση ώρα και την έσπρωξε βαθειά μέσα τους, έκλεισε το μεγάλο φως κι άφησε το μικρό, στο κομοδίνο δίπλα από το προσκεφάλι της, έβγαλε τις ψεύτικες οδοντοστοιχίες της και τις τοποθέτησε στο ένα ποτήρι με νερό που ήταν πιο μακριά της, αηδία για ξένους ναι, γι' αυτήν ντροπή να την δουν χωρίς αυτές, αλλά συνήθεια απαραίτητη, μπορεί να μιλήσει κανείς στον άλλο χωρίς δόντια?, ο γέρος δεν είναι αξιαγάπητος σα μωρό, χωρίς αυτές ένιωθε γυμνή, απροσάρμοστη, το άλλο - το μόνο για πόση - πιο κοντά της, δεν ξέρεις ποτέ αν θα διψάσεις μες στη νύχτα, τις καθαριότητές της τις είχε τακτοποιήσει μόλις λίγα λεπτά πριν, άπλωσε το χέρι στο καλώδιο με το διακόπτη δίπλα της, σκοτάδι, τράβηξε με τα δυο της χέρια το πάπλωμα, αντίσταση με τους αγκώνες, μοχλοί για να γλιστρήσει το σώμα πιο κάτω, να βρουν τελικά τα πόδια τη ζέστη που είχε επιμελώς φωλιάσει, το γνώριμο ρίγος της αντίθεσης τη διαπέρασε σύγκορμη, ένα μακρύ μπερδεμένο επιφώνημα ξέφυγε από το στόμα χωρίς δαγκωνιά, έκλεισε τα μάτια, άπλωσε το χέρι στο άδειο μέρος δίπλα της, Πού είσαι πάλι? Πώς μ' άφησες στο κρύο? Πού είναι εκείνα τα ζεστά σου πόδια να βάλω πάνω τα δικά μου, όπως μου' λεγες κάθε φορά κι ας ήταν τόσο παγωμένα? Πού είναι η αγκαλιά σου που μου τη στέρησες κι αυτή?. και με μια κίνηση, πόδια και χέρι σε συνεργασία, τράβηξε τη θερμοφόρα πάνω της...στο στήθος της.....την αγκάλιασε σφιχτά κι ας έκαιγε.....κι ας καιγόταν..

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

(λίγη τρέλλα..από 'κείνη που είχα πρωτοτάξει)

Πώλυ και Λεονόρ #3


Μωράκι μου όμορφο... Θα θελα να σε ευχαριστήσω..δεν το καταλαβαίνεις κι ούτε θα ‘πρεπε..μόνοι μας θα πορευόμαστε στο σκότος μέχρι τις ειδήσεις ..μέχρι εκείνος ο καλοκάγαθος γείτονας να εμφανιστεί και να δηλώσει στις κάμερες ότι ναι ήμαστε καλά παιδιά και το λογαριασμό μας και το νοίκι και στα κοινόχρηστα κύριοι..και θα πηγάζει το όλο από τον ηθοποιό «ένοικο» που θα έχουμε παίξει όλον αυτόν τον καιρό….που θα τον έχουν κλυδωνίσει εκείνα τα μεταμεσονύκτια σεισμόπληκτα ουρλιαχτά που όσο και να προσπάθησες να φιμώσεις τα είχε προκαλέσει το εγώ μαζί με την φιλαλληλία μου... συνδυασμός αξεπέραστος ... μέχρι τον παράδεισο μπορεί να σε φτάσει ... και το εννοώ…δεν το καταλαβαίνεις…γιατί κι εσύ έπαψες σιγά να υπάρχεις..το κατήργησες …το βλέπω…είμαι εγώ στα όλα σου ..παντού σου..η αγάπη σου για μένα τα διέβρωσε όλα..τα διαστρέβλωσε λατρεμένα..και να σου πω και κάτι..το νοιώθω..το γεύομαι ..το απολαμβάνω…και χαμογελάω..αλλά αυτό το χαμόγελο το κόβω..είναι η δύναμη που μου έχεις παραχωρήσει δείχνοντάς μου τα λίγα σου..κι επεκτείνεται..το βλέπω..κι εσύ μπορεί να ήξερες ότι θα τα δω..αλλά με άφησες..και να ‘μαι λοιπόν..

Είμαι εδώ..για σένα..όποτε με χρειαστείς..με φτερά που αν δεν τα είχες ανοίξει στα τεντώνω εγώ…γιατί είναι ωραία να πετάς..και πόσο μάλλον να φταίω λίγο κι εγώ…και θέλω τόσο να πετάς…και ξέρω ότι κινδυνεύω..ότι εγώ είμαι από αυτήν εδώ τη γης κι άμα πετάξεις θα  σε χάσω..ή όχι? θα γυρίσεις σε μένα? τιτυβίζοντας? τόσο αρχέγονα? τόσο πολιτισμένα?...γιατί εγώ … πτηνό παλιό . ..εξαφανισμένο το είδος μου. ..Δεν πετάω….έχω φτερά μόνο για να κάνω παρέα με σένα στα καθιστά σου..ούτε αυγά δεν κάνω..δεν παράγω τίποτα..πώς μ’αγάπησες αναρωτιέμαι..ξεγελάστηκες απ’τα φτερά μου ίσως..και το λειρί μου…ωραίο…. κόκκινο.. πομπώδες..και τα λόγια μου…γιατί αν δεν πετάς πρέπει να βρεις κάτι να εξομαλύνεις το πονεμένα ακατόρθωτο…κι οι λέξεις θα σου πάρουν το μυαλό…το τόσο γεμάτο εικόνες από ‘κει πάνω….καμωμένες ή επίκτητες….αλλά να’σαι καλά..μου δείχνεις τη ζωή..και το πόσο ωραία είναι να ζει κανείς…κι εγώ ζω εσένα..κι εσύ είσαι η ζωή η ίδια…μόνο για σένα ζω..μόνο με σένα ζω..κι είναι τόσο ευλογημένη αυτή η κατάρα που μόνο το θάνατο μπορεί να προσκαλέσει..παύεις εσύ..παύω κι εγώ..

 Σηκώθηκε από το κρεβάτι μόνο με το εσώρουχο.. Λευκό . .στάθηκε όρθια κι ακούμπησε το ένα χέρι με τον καρπό στο πάνω μέρος της κατάψυξης ενώ με το άλλο κρατούσε το χερούλι της πόρτας..κι όση ώρα αναποφάσιστη μουρμούριζε. την έλουζε το πρωινό φως που ερχόταν από πλάι της …κι έλαμπε..η σιλουέττα της στεφανωνόταν από τον ήλιο που σε ζεστές δεσμίδες έδειχνε τη λίγη σκόνη που αιωρούταν και το θεσπέσιο κορμί της..κορμί της νιότης… κορμί που αγαπούσε τη φροντίδα..και του την έδινε..κι εκείνο το έδειχνε. με μια υπερηφάνεια που άγγιζε τα όρια της υπεροψίας..μια υπερηφάνεια που σε καθήλωνε.. αν μη τι άλλο την προσοχή σου την έκλεβε και την κράταγε δέσμιά του..

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013




 (ξέρω πού θα ενταχθεί, αλλά δεν μπορώ να πω ακόμα, οπότε...)

???

 
Το σκοτεινό κι υγρό εκείνο υπόγειο, και κρύο, μερικές φορές πολύ κρύο, ήταν γεμάτο ήχους…η αποχέτευση από τους πάνω ορόφους έτρεχε στους σωλήνες του, χειμαρρώδεις υδάτινες πορείες παρασύροντας ανθρώπινες ακαθαρσίες, στην κοντινή γωνιά του τοίχου μια βρύση σε ένα μεταλλικό νιπτήρα βασάνιζε με σχιστά μάτια, στο μέσον του άλλου τοίχου μια λεκάνη, χωρίς θόρυβο αυτή, μόνο μυρωδιά, κάπου-κάπου κάτι περπατούσε σε κρυφές αναζητήσεις στο πάτωμα, παπούτσια στο ταβάνι, βαριά βήματα, τακούνια ποτέ, μια παλιά λάμπα στην κολώνα του μέσου μαχόταν ηχηρά να παραμείνει στη ζωή, στο φως, όταν άναβε, πιότερο με πυγολαμπίδας το αποτέλεσμα, κι ισχνότερο, μαρτυρικότερο, α κι εκείνη η αλυσίδα στο πάτωμα, σύρσιμο ελαφρύ, από το στρώμα  στη γωνία πάνω σε κάτι υπερυψωμένες ξύλινες σανίδες, το κρεβάτι, στην κοντινή βιδωμένη στο πάτωμα καρέκλα, που έτριζε κι αυτή στη φιλοξενία, με το τραπεζάκι της ακούνητο κι αυτό, πορεία περιορισμένη, φυλακισμένη, το μήκος της δουλείας επέτρεπε ταξίδι μέχρι τη λεκάνη από αριστερά και τη βρύση από την άλλη, με το κρεβάτι και την καρέκλα ενδιάμεσους σταθμούς, αν ήθελες, η τηλεόραση της άλλης γωνίας μέρες κλειστή, τιμωρία για συμμόρφωση, πάντα χωρίς ήχο όμως, αλλιώς θα είχε κινούμενα σχέδια, τα ίδια κινούμενα σχέδια, που αν σε κάποιο ζεστό σαλόνι έκαναν παιδάκια να γελούν, εδώ είχαν χάσει τη μαγεία τους, ήταν σα να κορόιδευαν, ενέτειναν ενίοτε την απόγνωση καθώς έφερναν στο νου ζεστασιά και χαμόγελα αλλοτινά, αλλά και πάλι λίγη εικόνα, κινούμενη, έγχρωμα βουβή, σαν παρέα, σαν επιπλέον φως, σαν κάτι που πολεμούσε το μαύρο, τελευταία γωνία η σκάλα...εκεί η σωτηρία που δεν ερχόταν ποτέ...εκεί και το μαρτύριο που αντιθέτως ερχόταν πάντα…

Πόσος καιρός είχε περάσει? Πάρα πολύς…. Τα μαλλιά της είχαν μεγαλώσει τόσο, την προηγουμένη από τότε που έπαψε να βλέπει ήλιο είχε πάει κομμωτήριο, θυμάται που είχε βάλει τα κλάματα όταν η κομμώτρια τα είχε κόψει παραπάνω από όσο ήθελε, τι ανοησίες αυτές οι απλές καθημερινές στενοχώριες, τώρα ήταν σίγουρα τέσσερα δάκτυλα μακρύτερα, το έβλεπε με λοξή ματιά στο ελεύθερο χέρι της όταν τα έφερνε πάνω από τον αριστερό της ώμο, στην παλάμη της με τον αντίχειρα από πάνω, σα χάδι, μα τόσο άσχημα, τόσο βρώμικα, όπως κι αυτή ολόκληρη, τα ρούχα που της δίνονταν δεν ήταν στο νούμερό της, ήταν μεγαλύτερα, κάτι μπλουζάκια και κάτι παλιά φορέματα, καμιά φορά αθλητική φόρμα, ακόμα πιο μεγάλη αυτή, έμεναν πάνω της για μέρες, μέχρι να έρθει η αντικατάστασή τους, εσώρουχα δε λάμβανε ποτέ, πιο απλά τα πράγματα έτσι, πιο ελεύθερα, λιγότερα να βγαίνουν, να τραβιούνται, να σκίζονται, στα πόδια της οι δικές της μπαλαρίνες, δεν της έβγαζε σχεδόν ποτέ, ό,τι κι αν συνέβαινε, κι ας είχε δίπλα κάτι παντόφλες, διαφορετικές μεταξύ τους, μεγαλύτερο νούμερο πάντα, τις πρώτες δύσκολες μέρες του μήνα δεν ήξερε τι να κάνει, στεκόταν στη λεκάνη συνεχώς, έτρεχε μετά με την αλυσίδα της, σα σκυλί, στη βρύση, πάλι πίσω μετά, ξανά καθιστή να περιμένει, πόση ντροπή χωράει σ’ ένα σώμα, τη δεύτερη, τρίτη φορά είχε συνηθίσει, το αίμα όμως κι η μυρωδιά του, στο πάτωμα και στις πετσέτες που μούσκευαν κι αφήνονταν πεταμένες, είχαν ως θεραπεία προκαλέσει νέες αγορές, εκείνα τα μικρά εισερχόμενα ιθύφαλλα βαμβάκια με το κορδόνι, τώρα αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα, ούτε κατά διάνοια, στο στόμα μια γεύση μεταλλική, το αίμα της ήταν πάλι, αυτή τη φορά από ούλα και χείλη σκισμένα, έφτυνε κόκκινα, πρησμένο το πρόσωπό της από τη μια μεριά, να μάθει άλλη φορά να αντιστέκεται, ψηλαφούσε το εξόγκωμα που πριν ήταν το μάτι της, έκαιγε και πονούσε, πονούσε παντού όμως, ειδικά στο αριστερό χέρι με το μεγάλο δερμάτινο βραχιόλι, ενισχυμένο απ’ έξω με δυο μεγάλα μεταλλικά δαχτυλίδια, ενωμένα κι αυτά με κάθετες λωρίδες μετάλλου, κι έναν κρίκο οξυγονοκολλημένο, δυνατός κι αυτός κι οι ενώσεις του, αυτός ήταν που φιλοξενούσε την αρχή της αλυσίδας που σερνόταν ελαφρά, εξαντλημένα, πληγές και στα δυο χέρια όμως, από νοσηρό παιχνίδι, γάζες σε λιγοστές, οι πιο πολλές αφημένες πια στο χρόνο και στη φυσική θρέψη, το ίδιο στην πλάτη και τις γάμπες της, στους μηρούς και τους γλουτούς της, έμοιαζε όλη σαν τοίχος φυλακής, που χαράσσει πάνω του γραμμές ο έγκλειστος για να μετράει το χρόνο…