Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013



(πάλι χωρίς κόμμα..)


Πώλυ και Λεονόρ #2


Θυμάσαι? Εγώ θυμάμαι..δεν ξέχασα ποτέ....πώς θα μπορούσα? Θυμάσαι την πρώτη μας συνάντηση? Σε ένα νυχτερινό μαγαζί ήταν. Γιορτή. Όχι δική μας..Αλλά κόσμος πολύς..και μπήκες εσύ..Έλαμπες..Έλαμπες όπως ο ήλιος.και ζέσταινες το ίδιο...σα να ήθελα να ξαπλώσω στην παραλία και να αφεθώ γυμνή..Η νιότη κι η ομορφιά όλη σ΄ενα χαμόγελο.Τότε μόνο για άλλους..και μετά….ένα βλέμμα….Τι βλέμμα θεέ μου…Σαν τους κάβους από ένα καράβι που πετιούνται και δένουν στη στεριά…Τεντωμένη τρομερή δύναμη...Τα μάτια σου στα μάτια μου πλέον ...και σε έδειξα..με το χέρι μου..με το δείκτη μου..και ξέρεις ότι μια γυναίκα δεν τα κάνει αυτά…περιμένει…αλλά είναι σα να ήταν αμοιβαίο..και τότε ήταν που πρωτοχαμογέλασες μόνο για μένα….Και ήρθες...Πώς θα μπορούσες να μην έρθεις? Αφού ήσουν δικός μου.. από τότε που ήρθες σ’αυτόν τον κόσμο ήσουν δικός μου...κι ας πίστεψαν οι γονείς σου άλλα..και μιλήσαμε…και δε θυμάμαι τι είπαμε..ούτε το όνομά σου δε θυμόμουν ύστερα από λίγο …κι ας είχαμε συστηθεί..δεν είχαν σημασία οι λέξεις τότε..καθόλου..με της φωνής σου τον ήχο τρεφόμουν… Απαλός και γλυκός σα μουσικής από εκείνα τα παιχνίδια που κρέμονται πάνω από μια κούνια μωρού…και δε χόρταινα…κι έτρεμα θυμάμαι…αλλά η φωνή σου με έκανε σιγά σιγά να κλείνω τα μάτια…και να σ’ ακούω… σα μωράκι…ασφαλές και ζεστό.. τι έλεγες?...κι ας είχε φασαρία γύρω…κι η ανάσα σου στο αυτί μου..επίτηδες το έκανες...ε? και μου έπεσε το ποτό όταν φύσηξες μια λέξη ζεστά μέσα του.. είχα ανατριχιάσει ολόκληρη..και μου έφερες άλλο...κι απομάκρυνες άκομψα με το πόδι τα σπασμένα γυαλιά για να μην πληγωθώ..Θυμάσαι? και μιλούσαμε ..και ‘κει ήταν που τέλειωσες το παρελθόν μου για μένα και μου ΄δωσες ένα καινούριο χαρτί να γράψω..ή πλάκα να χαράξω..αναντίρρητα….αδιόρθωτα ..στους αιώνες των αιώνων..και πήγα στην τουαλέττα και χώρισα τότε…εσύ μου έδειξες πως όλα τα πριν ήτανε λάθος..και το πρώην πριν μου… περισσότερο..κι έκλαψα για το χαμό του παρελθόντος..αλλά κυρίως για το λάθος μου…και με είδες…θυμάσαι?..και μετά σου είπα ότι έπρεπε να φύγω…και συγκατένευσες…χωρίς να ξέρεις το γιατί..γιατί ήταν αρκετά για ένα βράδυ..για μια μέρα…για όλη τη ζωή….είμαι και κοριτσάκι….πάντα θα ‘μαι..και στο υπέρτατο γήρας μου θα είμαι ακόμα….για σένα…και τότε ήταν που σου ζήτησα..στον αποχαιρετισμό μας..να με πάρεις αγκαλιά..όχι να φιληθούμε..και το έκανες..και χάθηκα σφιχτά δεμένη από το πεπρωμένο μου…σε μύριζα…σου χάιδεψα λίγο τα μαλλιά…και στα έπιασα.. και στα τράβηξα…αναστέναξα κι έβγαλα όλο το πριν στο λαμπερό σου παρόν...κι ένιωσα ότι θέλω να με κρατάς αγκαλιά για πάντα….Θυμάσαι?

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013



Βαγκάν ο βίγκαν #4


Ω τι ευτυχία...! Φτάνοντας στο τελευταίο στενό πριν στρίψει αριστερά και το κτήριο της δουλειάς γίνει ορατό, άκουσε οχλοβοή, άκουσε συνθήματα, ένιωσε παλμό, είδε τα πλακάτ πριν τα αντικρύσει καν.. Μια φιλοζωική οργάνωση είχε φτάσει από ποιος ξέρει τι ώρα, μπορεί τα πιο ενεργά της μέλη  να είχαν διανυκτερεύσει σε σκηνές στο διπλανό χωράφι, κι είχε φράξει το δρόμο προ της κυρίας εισόδου, πρόχειρα με κάτι κουτιά, κιβώτια και ξύλα, και το παλλόμενο σώμα της βέβαια, κάτω η βαρβαρότητα, όχι στη βία κατά των ζώων, όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή, άνθρωποι και ζώα, όχι στην κτηνωδία του επώδυνου φόνου, κάτι τέτοιο, όλα ίσως, έφτασε κι αυτός, πάρκαρε στην άκρη λίγο πιο πίσω, επ εσύ πού πας, μα δουλεύω εδώ, μεροκάματο βγάζω, δε θα πας πουθενά σήμερα, δολοφόνε, ούρλιαζε μια κυρία με πεταχτά δόντια και χοντρά γυαλιά από το παράθυρό του, τον έφτυνε άθελά της, αλλά και τι να πεις, με τέτοια οδοντοστοιχία δεν έχεις και πολλά περιθώρια, ή μάλλον εξαιτίας των τελευταίων ανάμεσα στους κοπτήρες της λαμβάνει χώρα κι αυτή η αντισηπτική βροχή, παραλίγο να γελάσει στα μούτρα της, άντε κι έχω και πονοκέφαλο σήμερα, ανέβασε το παράθυρο, έβαλε όπισθεν, έστριψε, άφησε το πλήθος να μικραίνει στον καθρέφτη του κι έβαλε πορεία για την πίσω είσοδο, από το δρομίσκο μέσα από το χωράφι με τα σκουπίδια και τα ξερόχορτα. Κι άλλοι έρχονταν ενίοτε να διαμαρτυρηθούν για το σφαγείο. Άλλοι βίγκαν, άλλοι αντισπεσιστές, άλλοι κάτοικοι της γύρω περιοχής που υπέφεραν κάποιες φορές από τη δυσοσμία, ακτιβιστές και μη, στα χρόνια που πέρασαν είχε δει αρκετούς, το κύμα τους, δυνατό ή απαλό, ξεδιπλωνόταν κι έσκαγε μπροστά στη θύρα και τα γύρω της κάγκελα, αλλά ο παφλασμός του δεν είχε καταφέρει να αλλάξει ποτέ τίποτα. Όλοι οι έλεγχοι που είχαν γίνει κατά περιόδους ως αποτέλεσμα ανήσυχων συμπολιτών και δραστήριων οργανώσεων, δεν είχαν επιφέρει καμμία αλλαγή. Όλα γίνονταν κατά τους τύπους και σύμφωνα με τις τελευταίες νομοθετικές διατάξεις, ιδιαίτερα την  ημέρα της εκάστοτε κρίσης, όπου εργοδότες και εργαζόμενοι, όλοι ειδοποιημένοι, από πού?, ενήμεροι και πειθήνια εναρμονισμένοι στις οδηγίες του πολιτισμού και της κοινωνίας του, εκτελούσαν τα εργασιακά τους χρέη άψογα, σχεδόν αποστειρωμένα, μπράβο τους, σε άλλες εγκαταστάσεις τα πράγματα είναι διαφορετικά, βάρβαρα σχεδόν, εδώ, και να ληφθεί σοβαρά υπ'όψιν, υπάρχει ακόμα διάθεση για πολιτισμένο θάνατο, με τα ηλεκτρικά μας σοκ και τις κοφτερότατες λεπίδες μας, ποιος πόνος και ποια μαρτύρια, μακάρι να πέθαινα κι εγώ έτσι, δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε κύριε.

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι, συνάδελφοι και μη, είχαν ακολουθήσει κι αυτοί το δρόμο για την άλλη είσοδο, καχύποπτοι και λίγο ανήσυχοι για το πλήθος της άλλης μεριάς, μια φορά τα πράγματα θυμάται είχαν γίνει βίαια, κι έξω, φαντάσου, άνθρωποι με ανθρώπους, αυτά τα πράγματα είναι ανήκουστα τη σήμερον ημέρα, πόσο μάλλον αν έχεις έρθει να διαμαρτυρηθείς κατά της βίας, φαντάζει εντελώς παράταιρο να κατεβάζεις το ξύλινο δοκάρι του πλακάτ σου σε ανθρώπινα κεφάλια, και να σου το αίμα να τρέχει, ανθρώπινο, να εδώ έχουμε μια ευκαιρία να αγγίξουμε το θείο, αλλά ποιος να το μαζέψει, ποιος πραγματικά είναι αθώος ώστε να αξίζει τον κόπο τελικά, για άγιος δεν το συζητάμε, πρέπει να περάσει καιρός, να συζητηθεί και να αποφασιστεί, κι από ποιους σεβασμιωτάτους?, θα το σφουγγίσουμε μετά με μια πετσέτα, η οποία δε θα φυλαχτεί, ούτε θα προσκυνηθεί, αν είναι δυνατόν, με λίγη χλωρίνη κι ένα καλό πλύσιμο θα ‘ναι σαν καινούρια, δε θα θυμάται πια κανείς μετά τι είχε φιλοξενήσει πάνω της, μήπως δε θα μπορούσε να είναι και κάποια της δουλειάς?, από μέσα, αχ πάνε πια οι καλές εποχές, χάθηκε η πίστη, και δεν είμαστε κι αρκετά γερασμένοι, να είναι επιτακτική η ανάγκη της συμφιλίωσης με τις γραφές, εμείς έχουμε χρονάκια μπροστά μας, θα έρθει η ώρα της μετάνοιας, προς το παρόν κάντε πέρα μη φέρω τα μαχαίρια μου και δε με συγχωρεί κανένας μετά, ούτε θεός, ούτε άνθρωπος, έτσι είχε γίνει τότε θυμάται.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013


 Βαγκάν ο βίγκαν #3


Τρέξε πάλι, τρέξε, γιατί σε κυνηγάει η μέρα που τέλειωσε κι ήταν πάλι άσχημη, πώς καταφέρνω πάντα να εκνευρίζομαι, δεν ήξερε άραγε το μέρος, το επίπεδο της εργασίας και των ανθρώπων που θα την στελέχωναν, πού ζούσε, τι περίμενε?, μόνος ένιωθε κρατούσε τη λεπτή ισορροπία μεταξύ του ανθρώπου και του κτήνους, το κτήνος που βέβαια χρειάζεται να επικαλείσαι εκεί μέσα, αν δεν είσαι ήδη, γιατί η ανθρωπιά αφήνεται να κρεμάται πίσω από την πόρτα, στους φοριαμούς, αφού μπεις και φορέσεις τη φόρμα εργασίας, τα γάντια, τις μπότες και τη μάσκα σου, από όλα αυτά κράτα μόνο τη φόρμα ως υποχρεωτική, όλα τα υπόλοιπα αν θέλεις τα φοράς, μην κάνεις όμως ποτέ το λάθος να ξεχάσεις τις μπότες σου, άνθρωποι με άσπρες στην αρχή φορεσιές, μετά θα είναι όλες κόκκινες – καφέ, οι μπότες λερωμένες με χώμα που έγινε λάσπη από το πολύτιμο για κάθε ζωντανό σώμα υγρό, σαν εκείνο το μοναστήρι, σε ποιο νησί ήταν, στη Λέσβο του Αιγαίου, που μετά τη σφαγή ζωγραφίστηκε εικόνα με το ίδιο υλικό, προερχόμενο από ανθρώπους όμως, μοναχούς, άλλη αξία, στη δική μας περίπτωση, αν και θα έφτανε για να κατασκευαστούν εικόνες που να εμπεριέχουν το θαύμα για την ικανοποίηση χιλιάδων πιστών, δεν ήταν το ίδιο, δεν θα εμπεριείχε τίποτα το θείο, άλλο ζώα άλλο άνθρωποι, αν τα ζώα είχαν αγίους οι αντίστοιχοι ιερωμένοι τους σίγουρα θα είχαν έρθει σε επαφή με τον ιδιοκτήτη για το πολύτιμο υλικό, η πίστη σώζει αλλά θέλει τις θυσίες της, πολλώ δε μάλλον τις αποτυπωμένες με αίμα, τις αναμφισβήτητες, πειρατές είχαν σφαγιάσει τότε στο νησί, εδώ απλοί καθημερινοί άνθρωποι είμαστε όλοι, με την τηλεόρασή μας στο σπίτι, τα παιδιά τους κάποιοι, και πώς θα τα ζήσεις, δύσκολες εποχές, να λέμε και κανένα ευχαριστώ που έχουμε δουλειά, δε λεηλατούμε, δε ληστεύουμε, δε βιάζουμε, μόνο ζωές αφαιρούμε κι αυτές ζώων, δεν είναι το ίδιο, το ήξερε κι αυτός, για κάτι αντίστοιχο με αποδέκτη άνθρωπο ο τίτλος του κτήνους αποδίδεται αναφαίρετα, έφτασε στο τέλος της καθιερωμένης διαδρομής, ο ιδρώτας κυλούσε πάλι, σήμερα δεν κατάφερνε να αποφορτιστεί, πάμε άλλο λίγο, μέχρι το τελευταίο δέντρο, ίσως εκεί νιώσω καλύτερα, ξέχασα να πάρω και νερό, διψάω, δεν πειράζει, μια και καλή, στη βρύση μετά, εκεί θα αφήσω το νερό να λούσει το καυτό μου κεφάλι, μακάρι να δρόσιζε και το μέσα του που φλέγεται..
Ούτε το δέντρο, ούτε η μεγαλύτερη διαδρομή, ούτε η βρύση με το δροσερό της νερό έκαναν το θαύμα τους, το μόνο όφελος κάποιες θερμίδες παραπάνω που έκαψε, θα τις ξαναέπαιρνε όμως, δε θεραπεύεται έτσι απλά ο ψυχικός βρασμός, λίγο αλκοόλ να θολώσει και να γλυκάνει το νου φάνταζε εξαιρετική διέξοδος, ήδη ονειρευόταν τη θέση του σε εκείνο το σκοτεινό μπαρ, ωραία μουσική, καθόλου κόσμος, πώς θα βρω ταίρι έτσι, δεν είναι όμως βραδιά για ρομαντικές αναζητήσεις σήμερα, πότε ήταν, να θυμηθώ να φλερτάρω λίγο στην πρώτη ευκαιρία που θα μου δοθεί, για να ικανοποιήσει τη σεξουαλική του δίψα ήξερε πού να πάει, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια το ήξερε, χωρίς να έχει ξαναπλησιάσει όμως εκείνα τα νυχτερινά μαγαζιά για ανθρώπους της δικής του φύσης, είχαν κάτι το ξεδιάντροπο, η καταπίεση μιας κοινωνίας και τα χρόνια άσκησής της οδηγούσαν σε ακραίες εκδηλώσεις λατρείας, σε συναισθηματικές εκρήξεις, από το ρουχισμό μέχρι τη φωνή, το λίκνισμα, άλλοι ήταν φυλακισμένοι σε λάθος σώματα, και τι να κάνεις, η αγάπη και η κατανόηση ήταν που έλλειπαν, αυτά θα λείπουν πάντα, ναι λίγο φλερτ κάπου αναπάντεχα, κάπου όμορφα, ωραίο το πουκάμισο αυτό και το σακάκι, με κάνει να δείχνω πολύ κομψός, αντικειμενικά, λίγο άρωμα, πάμε να μπούμε στη νύχτα, πάμε να πιω, το ‘χω ανάγκη, ευτυχώς πρόλαβα να βγάλω και τα φρύδια μου, δεν είχε φάει, δεν ένιωθε πείνα σήμερα, είχε χορτάσει τόσο από τη μέρα και το φόρτο της, το στομάχι του ήταν πρησμένο, δεν ήθελε τίποτα, μόνο η δίψα έπρεπε να ικανοποιηθεί, η δίψα του νου να χαθεί, η δίψα για ζάλη, η δίψα για σκοτάδι και κρύψιμο…Το ζώο ήταν πληγωμένο, μαζί κι ο άνθρωπος.. Θα έβρισκε κάπου να κουρνιάσουν και τα δυο τους…

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013



(μικρή συγνώμη.. έλλειπε από πληκτρολόγιο το πλήκτρο με το κόμμα..λείπει ακόμα ..)


Πώλυ και Λεονόρ #1


Θα μιλάω μόνο εγώ. Εσύ δε θα μιλάς.. Θα πάμε κάπου που θα είναι ωραία. Κοντά στη θάλασσα. Δίπλα ίσως.. Μπροστά της.. Για να μπαίνουμε και μέσα της.. Ωραία είναι ακόμα.. Το νερό είναι υπέροχο..Θα χαμογελάμε ο ένας στον άλλο συνέχεια… Και θα αγγιζόμαστε… Και θα γελάμε… Και θα κολυμπήσουμε και θα αφήσουμε το ψάρι που είμαστε να γυρίσει πίσω από 'κει που βγήκε και μετά στέγνωσε.. Και θα γεμίσουμε τα ρουθούνια μας αλμύρα και τα μάτια μας και το κορμί μας.. και το κορμί σου θα ναι διαφορετικό. Θά 'ναι πιο τραγανιστό. Πιο νόστιμο..θα ναι όπως στην πολιτισμένη σου ζωή γίνεται στις καθημερινές κρυφές σου καθαριότητες που δε σε βλέπει κανένας..και καλύτερο..και θα είσαι όλη δικιά μου. Να σε κοιτάω και να σε αγγίζω και να σε τρώω με το βλέμμα και με τα δόντια μου. Κι εσύ δε θα μιλάς..δε θα χρειάζεται…Εγώ όμως θα σου μιλάω..και θα σου λέω ότι σε αγαπάω και θα σε κοιτάζω μέσα στα μεγάλα σου μάτια και θα σου δείχνει το βλέμμα μου όλα αυτά που σου λέω.. αλλά κι όλα όσα δεν προλαβαίνω..δε χρειάζεται να ξεστομίσω..και θα βλέπεις ότι όλα είναι αλήθεια αυτά.. και πως ένας άνδρας δεν υπήρξε ποτέ για μια γυναίκα όσο εγώ τώρα για σένα..και θα σου 'ρχεται να κλάψεις γιατί και μένα μου ρχεται να κλάψω.. μέσα στο νερό.. αλμυρό στο αλμυρό.. δε θα το καταλάβει κανείς.. όπου αγκαλιασμένοι και παρασυρόμενοι..εμείς που αφεθήκαμε σε δαύτο..θα ψάξουμε την έξοδο γιατί άρχισε να κάνει κρύο τώρα και θα προπορευτώ κρατώντας πίσω μου το χέρι σου με τις άκρες των δακτύλων μου. 

Το πρωί μετά το βράδυ μας το γεμάτο πάθος ή απλές σπάνιες αγκαλιές θα σηκώνομαι λίγο βάζοντας τον αγκώνα στο μαξιλάρι και την παλάμη μου στο αυτί και θα γυρνάω προς το μέρος σου. Γιατι ξέρω ότι κοιμήθηκα πάλι πλάι σου αγκαλιαστά.. κουμπωτά..αλλά έχοντας και το χώρο μου.. .τι με δίδαξαν όλα αυτά τα χρόνια μοναξιάς κι εγωισμού..τι με προστάζουν κάθε φορά..?.και θα σε κοιτάζω εκείνη τη στιγμή που είσαι στα πιο αφημένα και παραδομένα σου. .θα μπορούσες να είσαι νεκρή.. αλλά δεν είσαι..αναπνέεις.. έχεις χρώμα.. έχεις τη ζωή του ληθάργου ..και τα μαλλιά σου όμορφα ανακατεμένα όπως δε σε βλέπει κανένας πλέον ..μονο εγώ.. άντε κι η μάνα σου όταν θα την επικεφτείς.. που στοιχηματίζω θα ρθει πάνω από το προσκεφάλι όταν κοιμάσαι να σε κοιτάει και να σε θαυμάζει και να σε ζηλεύει..τι όμορφο που είναι το κοριτσάκι μου.. τι ωραίο ..τι ζωντανό.. μου θυμίζει τον εαυτό μου.. κάποτε ήμουν έτσι.. σαν χθες μου φαίνεται.. πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός όταν ζεις.. θα το καταλάβεις αργότερα ..πότε πέθανα άραγε ..όταν αποφοίτησα .όταν παντρεύτηκα.. όταν χώρισα.. όταν έχασα κάποιον που έπρεπε να ζει. .ζω ακόμα? πώς? τώρα ζω δι’ εσού . ευτυχως έχω εσένα να θυμάμαι τη ζωή ..αλλά εσύ.. μην αφεθείς να την ξεχάσεις.. δεν ξέρω όμως να σου πω το πώς. ..
Έτσι θα σε κοιτάζω κι εγώ ..κι η δική μου θα ναι διαφορετική παράνοια.. θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά και θα σκέφτομαι ότι είσαι το ομορφότερο πλάσμα του κόσμου και θα βουρκώνω.. γιατί δεν μπορώ να πιστέψω την τύχη μου κι ότι όλα στη ζωή μου συνέβησαν για να έχω εσένα τώρα εδώ ..και μετά θα φουσκώνω έτοιμος να σκάσω.. γιατί θέλω να σε πάρω στα χέρια μου αγκαλιά μου να σε σφίξω τόσο πολύ που θα ξεπερνάει το ανεκτό. ..να σε πνίξω θέλω και να γουστάρεις.. να πεθάνεις στην αγκαλιά μου ..γιατί δεν αντέχω άλλο.. είναι τόσο τέλεια η αγάπη μου που πονάει.. κι ο πόνος ζητάει να λυτρωθεί .και πώς αλλιώς? ...δε μου φτάνει τίποτα...  

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013



 Βαγκάν ο βίγκαν #2

Το σώμα του φάνταζε επιβλητικό, είχε δοκιμάσει πολλές φορές να αδυνατίσει λίγο, όχι εξαντλητικά, αλλά δεν κατάφερνε να μειώσει τον όγκο της κοιλιάς στο σημείο της εξαφάνισης της καμπύλης εκείνης που πολλές φορές αποδίδεται στην καλοζωία, στο παρελθόν, ποιο παρελθόν, πότε ήταν η τελευταία φορά, σα να τα έβλεπε όλα σε ασπρόμαυρο, αρκετά ήταν τα σχόλια λατρείας γι’ αυτή, άνδρας χωρίς κοιλίτσα δε νοείται, κάτι να αγκαλιάζεις, να χαϊδεύεις, να ξαπλώνεις το μάγουλο, είχε προσπαθήσει πάντα με τρέξιμο και λίγη γυμναστική, ποτέ με δίαιτα, όχι ότι ήταν κοιλιόδουλος, βοηθούσε βεβαίως και το ότι δεν έτρωγε κρέας, ούτε ζωικά παράγωγα, θα ‘φταιγε ο μεταβολισμός του μάλλον, έτσι εκείνη η κοιλιά δεν ήταν παράταιρη στο σώμα των εκατόν ενενήντα δύο εκατοστών, μ’εκείνα τα χέρια που θα μπορούσαν να σε πιάσουν και να σε σφίξουν μέχρι θανάτου, ίσως με την άνεση που ένα παιδί σπάζει ένα ξυλαράκι, θα κατέβαλλε ασφαλώς προσπάθεια, χωρίς όμως να αλλάξει το αποτέλεσμα, το ξυλαράκι θα έσπαγε, σίγουρα, τώρα κρατούσαν μία μπάρα με πολλά κιλά, ίδρωνε και ξεφυσούσε, το φανελάκι άσπρο, το σωρτσάκι σκουρόχρωμο, τα αθλητικά του παπούτσια φθαρμένα, αλλά πόσο άνετα, ακόμα, εισπνοή, εκπνοή, τέντωμα, ένα τελευταίο, μια κραυγή λύτρωσης και λήξης συνάμα, αρκετά για σήμερα, πάμε για ένα γρήγορο ντους, καλά τα κατάφερα, το αξίζω το φαγητό μου.

Δεν ήταν όμως μόνο η συνηθισμένη άσκηση που έσπρωχνε τα κιλά και του φούσκωνε τις φλέβες στο λαιμό και το μέτωπο σήμερα, ήταν εκείνος ο αλήτης στη δουλειά, ο αχρείος ο Μωρίς, ο συνάδελφός του, που ερχόταν στο μυαλό του και υποδαύλιζε τη φλόγα στην συνήθη προσπάθεια εκτόνωσης με μια λύσσα, αχ να ‘ταν αυτός η μπάρα και τα κιλά της και θα τον είχε πετάξει σπασμένο όσο πιο μακριά μπορούσε, να κυλιέται στο πάτωμα, στο χώμα, στις λάσπες, ναι στις λάσπες αυτό του άξιζε, γουρούνι, όχι γουρούνι, κρίμα τα ζώα τα καημένα, αυτή ήταν η φύση τους, εμείς θελήσαμε να τα φέρνουμε σε ωραία κομμάτια στις κατσαρόλες και στα τραπέζια μας, αλλά αυτός, αυτός ο άθλιος που το μέσα του ήταν τόσο βδελυρό που του θύμιζε τη μυθολογία του Λόβκραφτ, τι θυμήθηκε, το μαύρο βιβλίο στο μικρό του δωμάτιο στο σπίτι των παππούδων, οι γονείς δεν υπήρχαν πια, πόσο τον είχε τρομάξει, αλλά δε σταμάτησε να διαβάζει μέχρι που το τέλειωσε, το κακό το ίδιο, που φώλιαζε στις ανθρώπινες ψυχές που το καλοδέχονταν και το άφηναν να διαβρώσει και να σαπίσει τα πάντα, ήταν σίγουρος πως αν του έκανε ό,τι καθημερινά απαιτούσε η δουλειά, θα ήταν μαύρο το μέσα και δύσοσμο, ούτε για τα σκυλιά, ούτε για τη γης, για κάψιμο μόνο, να μη μείνει τίποτα, μόνο μια στάχτη που θα την πάρει ο αέρας, όχι αυτή που θα χρησιμοποιούσε μια παλιά νοικοκυρά να πλύνει τα ρούχα της ή τωρινή Ινδή να πλύνει και να ξεπλυθεί εξαγνιστικά, για εκείνη που χρησιμοποιούν στη ζύμη στα γλυκά για να τα κάνουν πιο τραγανά, ούτε συζήτηση.

Έτρεχε το νερό, να ξεπλύνει λυτρωτικά το σκοτάδι που ένιωθε να τον κυκλώνει, ηρέμησε τώρα, τη βρώμα της μέρας, το αίμα που είχε καθίσει πάλι στους πόρους και τα μάτια του, αίμα που έχυσε, κι αυτό το ανθρώπινο που δεν έχυσε ούτε θα χύσει ποτέ, είπαμε, αμαρτία μεγάλη, η μεγαλύτερη ?, ακουμπούσε με τις παλάμες στον τοίχο κι η δέσμη του νερού χτυπούσε την κορυφή του κεφαλιού, εκεί που αχνοφαινόταν απειλητικά η δράση της τριχόπτωσης, αμάν τι θα κάνω μ’αυτό το πράγμα, δεν πειράζει, με ένα ελαφρύ λίκνισμα το νερό άλλαζε ρου κι έτρεχε μια πιο πολύ από το πηγούνι, μια διέτρεχε δυναμικά τη σπονδυλική στήλη, μια την κοιλιά, μέχρι τα γόνατα και τις φτέρνες, μέχρι το σιφώνι, θα περίμενε να το βλέπει κόκκινο, αλλά ήταν καθαρό, άντε ελάχιστα θολό και αφρώδες, κλείσε τη βρύση, αρκετά τώρα, στην Αφρική οι άνθρωποι και τα παιδάκια πεθαίνουν από λειψυδρία, ουρές σχηματίζουν οι καημένοι με ένα κανάτι στο κεφάλι ή στο χέρι, να θυμηθώ να δωρήσω κάτι στον αρμόδιο οργανισμό που νοιάζεται και φροντίζει, εγώ μόνος μου να τους πάω νερό και να φτάνει δε γίνεται.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013




 Βαγκάν ο βίγκαν #1

Έφυγε μόνος, πάλι, με το αγαπημένο του τζιν, σκισμένο στις πίσω τσέπες, σ’εκείνο το λεπτό σημείο πριν να γίνουν όλα εξαιρετικά αποκαλυπτικά και αντιαισθητικά στην περίπτωσή του ίσως, γιατί η έκθεση της σάρκας είναι στόχος της ματιάς πάντα, ακούσια αλλά αναντίρρητα, ένα πουκάμισο ασιδέρωτο αλλά καθαρό, ανοιχτό λίγο παραπάνω, καθώς έκανε ζέστη πάλι, με τις τρίχες του στέρνου να προβάλλουν το μαύρο ελικοειδές τους κάτω από μια αλυσίδα που τέντωνε στο βάρος της χριστιανοσύνης της. Είχε ήλιο και τα μάτια του απροστάτευτα μισόκλειναν και πονούσαν κάτω τη λαμπρότητα της μέρας, αλλά δεν τον ένοιαζε. Έμπαινε στον κόσμο της συνήθους πεζοπορίας, από το σπίτι στο γεφυράκι, με έναν σκοπό στο κεφάλι και στα χείλη του που τον ξεφυσούσαν ρυθμικά, όπου θα σταματούσε, θα κρεμούσε το βάρος του στο κάγκελο κρατώντας το με τα δυο χέρια και τους αντίχειρες από πάνω, μισός κάθετος και μισός οριζόντιος, λικνιζόμενος ελαφρά και προκαλώντας πάλι μ’εκείνο το ταλαιπωρημένο παντελόνι. Χαμογέλασε.. Ο κόσμος στο πάρκο εμοιαζε να αγνοεί την παρουσία του χρόνια τώρα, έτσι του φαινόταν, μόνο ένα σκυλί, πού να ζούσε άραγε, ερχόταν κάπου κάπου, τον μύριζε, του έγλειφε το προτεινόμενο χέρι, έπαιρνε ένα χάδι στη μουσούδα, το μονο καθαρό μέρος πάνω του κι έφευγε κατουρώντας τη βάση του κοντινού δένδρου. Τα αγαπούσε πολύ τα ζώα, αλλά δεν είχε ποτέ κανένα. Δεν τολμούσε. Τι θα τους έλεγε όταν θα γύριζε σπίτι και τον κοιτούσαν μ’ εκείνα τα οικόσιτα δουλικά μάτια τους, τα αεί ζητιανεύοντα τροφή κι ασχολία? Δε θα χρειαζόταν να τον ρωτήσουν τίποτα, το ήξερε, θα τον μύριζαν και θα καταλάβαιναν τα πάντα..Μόνος, σιωπηλός θα μαρτυρούσε τα πάντα. Όσο ερμητικά κλειστή και να’ταν η αδιαφανής σακούλα με τη φόρμα εργασίας του, ο θάνατος και το αίμα ήταν όλως πάνω του, στο δέρμα του, στα ρουθούνια του, στα μάτια και κυρίως στα χέρια του.
Αναστέναξε ελαφρά, γύρισε τα μάτια στον ουρανό, ωραία μέρα, τεντώθηκε προς το Θεό και άρχισε το δρόμο της επιστροφής. Πεινούσε και σήμερα είχε σκοπό να το ρίξει λίγο έξω, να κάνει στον εαυτό του δώρο ένα ωραίο γεύμα, είχε σκεφτεί και το εστιατόριο, ένα που έκανε εξαιρετικό τόφου και ριζότο με τρούφα, ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει με σάλιο και την κοιλιά του να στέλνει ανυπόμονους ήχους, τάχυνε το βήμα, σφυρίζοντας ανεπαίσθητα έναν γνώριμο σκοπό, κι έχοντας στο νου του τη σειρά των πιάτων που θα παρήγγειλλε, στάθηκε λίγο στο αγαπημένο του επιδόρπιο κι εκείνη την καταπληκτική σαν αίμα ράσμπερρυ σως. Αίμα…Πωωω… Πάλι δουλειά από αύριο… 
Δεν τον έλεγες και άσχημο. Τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν αντικειμενικά ωραία. Μεγάλα μάτια, καθαρά, ούτως η άλλως το βλέμμα στο καθαρίζει ή το βρωμίζει η ζωή η ίδια, στο χρώμα του σχιστόλιθου, σπάνιο, μάλλον από τον πατέρα του τα είχε πάρει, μια μύτη αντρική, όχι ανεπαίσθητη αλλά ούτε και δεσποτική, με δυο ρουθούνια που η ανάσα του ή τα νεύρα του τα έκαναν να ανοιγοκλείνουν πιότερο ή λιγότερο, ανάλογα, χωρίς τρίχες όμως, αυτό το φρόντιζε ανελλιπώς, όπως και τα φρύδια του, δεν ήθελε καθόλου να ενώνονται και τα αποτρίχωνε εκεί στο μέσον, χωρίς να αρνιέται ότι πολλές φορές ήθελε να τα λεπτύνει, να εξωραΐσει το σχήμα τους, αλλά δεν τολμούσε, φοβόταν την κατακραυγή των συναδέλφων στη δουλειά, τα δόντια του κατάλευκα κι όλα εκεί πιστά στον αριθμό τους, δεν κάπνιζε κι είχε γλιτώσει εκείνο το κιτρίνισμα από τον καπνό, πω πω αηδία, πώς μπορούν να το κάνουν αυτό στο σώμα τους – στα πνευμόνια και στα δόντια τους – , με ωραία σαρκώδη χείλη που πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που τα κόλλησε πάνω σε ένα στόμα ή σε έναν λαιμό, δε θυμόταν, αχ πώς τα φέρνει έτσι η ζωή, εξειδικεύεις τα θέλω σου μεγαλώνοντας, δε συμβιβάζεσαι, μένεις πιο πολύ μόνος αναζητώντας, τι?, κάτι τελειότερο, ψάξε, ψάξε, πέρασε η νιότη, τώρα το χειρότερο πάνω στην κεφαλή ήταν αυτή η τριχόπτωση η κακούργα, που τον ανάγκασε να βλέπει αυτές τις διαφημίσεις με τα προϊόντα ψεκασμού μπογιάς και παρά την αποστροφή του να τον θέλγει η κρυφή ελπίδα όχι της αποκατάστασης αλλά της κοροϊδίας, που χαμογελούσε με ένα στόμα γεμάτο κυνόδοντες στην απογοήτευση και την τσέπη του.
Αγαπητέ επισκέπτη,
Δεν ξέρω αν ήρθες τυχαία ή επίτηδες. Πιθανότητες πιο πολλές έχει το δεύτερο. Και λέω επισκέπτη γιατί δεν ξέρω αν ήρθες να διαβάσεις, αλλά ακόμα κι αν έφτασες σ'αυτή τη λέξη θα πρέπει να αλλάξω την προσφώνηση σε αναγνώστη..Ό,τι θα αναγνώσεις λοιπόν, είναι του κεφαλιού μου. Κι ομολογώ ότι δεν το έχω ασκήσει ή ταλαιπωρήσει τόσο σε σελίδες άλλων, ώστε να αξίζει αυτο που θα αποτυπώσει στις δικές μου. Αλλά δεν πειράζει. Με έτρωγε το ομολογώ αυτή η τρέλα μέσα του, που ώρες ώρες όταν άγγιζε τα όρια της φιλοσοφίας κι εκφραζόταν σε γραμμές, να μην μπορώ ούτε εγώ ο ξενιστής της να κατανοήσω, όταν ερχόμουν αντιμέτωπος μαζί της την επόμενη μέρα, καθαρός από τη ζάλη του ξενυχτιού και των ποτών του. Όχι όμως ότι δεν την απολάμβανα..Όχι ότι δεν την απολαμβάνω.
Καλώς σε..