Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015


(κι όμως εκείνο το χαμένο το βρήκα, το είχε κρατήσει, οπότε ορίστε, δεν το πειράζω ντιπ)
Κι είχα πολύ καιρό να μπω εδώ, να το ταΐσω...και δεν είναι σωστό...το σκέφτηκα..αφού εγώ το γέννησα κι ενώ θα έπρεπε να είναι ζωντανό, το κατάντησα απέθαντο, εκεί, καταδικασμένο στο λίγο του, να τρέφεται απ'τις σάρκες του..κι όμως...ό,τι γεννήθηκε, το πήρα για να το πάω αλλού..και το ψιλοκανακεύω και το ταΐζω λίγα ψίχουλα, και το χω βάλει σε χαρτί και σε οθόνες, και του μεγάλωσα την ομάδα του, κι είναι πιο ωραία...ευτυχώς...στο κεφάλι μου, δυστυχώς. ακόμα τα περισσότερα κομμάτια του... δεν πρέπει να λέω δεν πειράζει....με πειράζει...αλλά έχω κι εκεινη την αισιοδοξία του ηλιθίου : ο χρόνος είναι όλος δικός μου...

Κι ότε που νιώθω βλάξ, λυσσάω να εξυπνήσω...

Ειναι Σάββατο, κι εγώ δουλεύω, εκτάκτως, και γυρνάω σπίτι πτώμα...πτώμα...και δεν τρέχει και μία όμως, όλα μια χαρά, σπιτάκι, φαγητάκι, αραγματάκι, κι ετοιμάζω μυαλό και κορμί γιατί δεν μπορώ να το παρακάνω, δουλεύω και την επομένη...Κυριακή...μάλιστα...κι όλα καλά και πάλι, εκτάκτως και το αυριανό, άλλοι δεν έχουνε ούτε ρεπό, ποτέ, αν έχουν δουλειά, πάει και μακριά η βαλίτσα με τους λόγους αποφυγής παραπόνων, κι έτσι πρέπει δηλαδή, "μην είσαι φλώρος", με συλλαμβάνω να μου το λέω, στο κεφάλι μου, κανονικά, μικρή επίπληξη, με σηκωμένα τα φρύδια στο μέρος που είναι πιο κοντά το να με τ'αλλο, την έκφραση την πήρα κανονικά, και κλειστά μάτια, αφού το λέω σε μένα, δε χρειάζεται να με κοιτάω, είναι και ντροπής πράματα να μιλάς στον εαυτό σου, σκέτη τρέλλα, δεν είναι? κρύφτηκα πίσω από το μπεζ σκοτάδι των βλεφάρων μου, ξαναβγαίνω όμως, χαιρετάω τη συγκάτοικο που βγαίνει βόλτα, ναι, θα το πάρει αυτή το μοναδικό κλειδί, του διαμερίσματος που μοιραζόμαστε λουτρό, κουζίνα και τουαλέτα, δωμάτια δικά μας, δε θα αργήσει πολύ ούτως ή άλλως, να πάει στο καλό και να γυρίσει όποτε γουστάρει, της λέω, αρκετές φορές κοιμόταν εκεί που θα πήγαινε και τώρα, δεν έτρεχε μία, τουναντίον, πάω κι εγώ και την πεφτω, στα σκοτάδια μου, κουκουλωμένος, βάζω και κάτι δίχως απαιτήσεις στον υπολογιστή, περνάει λίγη, ώρα, σηκώνομαι να πάω για το τελευταίο καζανάκι της βραδιάς, τσεκαρω μία και την εξώπορτα που είναι δίπλα αριστερά μου όταν βγαίνω από το w.c., κλειδωμένη...κλειδωμένη? δε γίνεται..τραβάω το χερούλι δυνατά, αλλά κυρίως ηλίθια, προπαντός αυτό, προς το μέρος μου, σα να περίμενα ως εκ θαύματος,να ανοίξει, ναι, ω τι καλά, δεν ήταν αυτό που νόμιζα αγάπη μου...πάν' αυτά...δεν ανοίγονται οι πόρτες έτσι κι ειδικά ετούτη η γαλλικιά...η υπέρ ασφαλείας...η κλειδαριά δηλαδή, γιατί το διαμέρισμα και η εικοσιοκταώροφη πολυκατοικία του, δεν έχουν τέτοιες πολυτέλειες, άτιμε Λεκορμπουζιέ, κτήριο του ατσαλιού και του μπετόν, γκρίζο ήταν και στα νειάτα του, είμαι σίγουρος, τώρα είναι γέρικο και βρώμικο, επιπλέον, ξενοδοχειακά κουτένια τα σπλάχνα του, κι η μυρωδιά του: δικές μας, ανθρωπινές, που πέθαναν και πεθαίνουν εκεί μέσα και ποτίζουν τα δάπεδα και τους τοίχους, έχουμε όμως μια θέα, θεϊκή, άντε τουλάχιστον αγγελική, είμαστε στο δέκατο, διαμέρισμα 159, κι η πόρτα δεν ανοίγει, δεν ανοίγει, δεν ανοίγει μη γαμήσω...


Ένα κλειδί της έδωσε ο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου